Modern Greek Learning Journey

Ενοικιάζεται

The inspiration for this story is the painting Ποιητής και μούσα by Νίκος Εγγονόπουλος. You can see the painting here: https://blogs.sch.gr/pchaloul/2008/04/30/νίκος-εγγονόπουλος-ποιητής-και-μούσα/#prettyPhoto[15]/

Ενοικιάζεται
Liz Harrell

Ένας απλός άνδρας ή έτσι φαίνεται. Κάθε πρωί στις εννιάμισι ο Γιώργος φόρεσε το καπέλο του και τα παπούτσια του για να ετοιμαστεί για τη δουλειά του ως ταξιτζής.  Όλη τη μέρα πήγαινε τους τουρίστες από το αεροδρόμιο στα ξενοδοχεία τους. Μια εύκολη δουλειά ήταν, αλλά στον Γιώργο άρεσε να μιλάει με τους τουρίστες για την Ελλάδα και την ιστορία της. Μιλούσε επίσης για την πληθώρα ποιημάτων που ήταν σαν μια χρυσή κλωστή υφαντή στην ιστορία της Ελλάδας.  Μόλις πήγαινε τους τελευταίους επιβάτες για τη μέρα στο ξενοδοχείο τους, οδηγούσε το ταξί κατευθείαν στο καφενείο για να παίξει σκάκι και για να μιλήσει με τους άλλους. Μιλούσε για τη μέρα του, τις τουρίστες και φυσικά τα ποιήματα μέχρι τις οκτώ η ώρα, όταν γύριζε σπίτι για να φάει βραδινό με τη γυναίκα του. Ετοιμαζόταν για ύπνο και πριν κοιμηθεί διάβαζε ένα βιβλίο ποιημάτων που βρισκόταν στο κομοδίνο του. Έτσι ήταν η ζωή του Γιώργου, απλή, χωρίς κάτι ιδανικό. Τουλάχιστον, έτσι πίστευε.

Αυτό που δεν συνειδητοποιούσε ήταν ότι μια αόρατη μούσα εμφανιζόταν στο δωμάτιό του σαν ρολόι κάθε πρωί πριν ξύπνησε.  Τη στιγμή που ανακαθόταν στο κρεβάτι του και άρπαζε το βιβλίο του από το κομοδίνο, η μούσα του του φορούσε ένα κόκκινο κολιέ με ένα γαλάζιο και λευκό μαγικό μενταγιόν στο σχήμα του ηλίου.  Σε μια στιγμή, βρίσκονταν μέσα σε ένα δωμάτιο με μια κλειστή βελούδινη κουρτίνα στο παράθυρο. Η μούσα τον ανάγκαζε να καθίσει πάνω σε ένα περίεργο σκαμνί που είχε μόνο δύο πόδια με ρόδες. Έτσι, η μούσα μπορούσε να ελέγξει τις κινήσεις του με ευκολία, σαν μια μαριονέτα.

Με μια κίνηση του χεριού της, η κουρτίνα άνοιγε για να αποκαλύψει ένα θαυμάσιο θέαμα. Τη στιγμή που άνοιγε η κουρτίνα, ο Γιώργος άρπαζε ένα στυλό και άρχιζε να γράφει όλες τις λέξεις που έβγαιναν από τα χείλη της μούσας. Μιλούσε γρήγορα δίνοντας στον άνδρα πλούσιες και ιδανικές λέξεις.  Ο Γιώργος έγραφε σαν μαγεμένος για το θέαμα μπροστά του ενώ οι λέξεις κυλούσαν σαν ρυάκι πάνω του. Τα ποιήματα ήταν μαγικά, όμορφα και φοβερά.

Έγραφε για την αγάπη, το φως, την απελπισία και τη γνώση. Έγραφε για τις πλεγμένες καρδιές, την καθημερινή ζωή και την εξαιρετική ζωή. Περιέγραφε τη χρυσή κλωστή που ένωσε τα παλιά με τα σημερινά. Οι λέξεις που κυλούσαν από τα χείλη της και τα δάχτυλά του περιέγραφαν και τα αστέρια και τον ουρανό, και τον καφέ και το κρασί. Οι λέξεις πλημμύριζαν το μυαλό του άντρα. Έγραφε τις λέξεις της σαν δαίμονας ασταμάτητος, μέχρι που το μελάνι εξαφανιζόταν από το στυλό και εμφανιζόταν το αίμα από τα δάχτυλά του και το χέρι του έμοιαζε με νύχι αρπακτικού.

Μόλις ακουγόταν η φωνή της γυναίκας του Γιώργου, «Γιώργο, έλα να φας το πρωινό σου. Είναι έτοιμο», η μούσα έπαιρνε το κολιέ από πάνω του και κατέβαζε το ξίφος της. Γινόταν αόρατη πάλι και βρισκόταν αμέσως στην κρεβατοκάμαρα με τον Γιώργο στο κρεβάτι κρατώντας το βιβλίο στο χέρι του.

Αν και η μούσα του τον επισκεπτόταν κάθε μέρα μέχρι τον θάνατό του μετά από πολλά χρόνια και μετά από σχεδόν εκατό βιβλία, ο Γιώργος ποτέ δεν κατάλαβε γιατί τα δάχτυλά του πονούσαν τόσο πολύ κάθε πρωί. Ήξερε μόνο ότι αγαπούσε τα ποιήματα μέσα σε εκείνα τα βιβλία και ένιωσε ότι κάθε ποίημα ήταν σαν το αίμα που έσταζε στην καρδιά του. Ένα ανοιξιάτικο πρωί, στις 92 του, πέθανε με ένα βιβλίο ποιημάτων στην αγκαλιά του μην ξέροντας ότι είχε γίνει ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της σύγχρονης εποχής.


Leave a comment